θυλάκη

θυλάκη
θυλάκη, ἡ (Μ) [θύλακος]
το όσχεο, ο θύλακος τών όρχεων.

Dictionary of Greek. 2013.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • θυλάκην — θυλάκη scrotum fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύλακος — Μικρός σάκος, σακούλι, ταγάρι· θέση αντιπάλων στο εχθρικό έδαφος· στη σύγχρονη ορολογία, περιοχή μέσα σε κράτος υπό διαφορετικό καθεστώς. (Ανατ.) Ωοειδής σχηματισμός στα διάφορα όργανα του σώματος των σπονδυλωτών και του ανθρώπου, που εκπληρώνει… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”